Ένα θαλασσινό παραμύθι..!

Στη σελίδα αυτή θα σας παρουσιάσουμε τα θαλασσινά παραμύθια που θα συνθέσουν οι μαθητές-τριες των δυο τμημάτων της Δ΄ τάξης στην ώρα της φιλαναγνωσίας.


Δ1:  “Το Ναυάγιο της Γροιλανδίας και οι απελπισμένοι πιγκουίνοι”

 Στην ώρα της Φιλαναγνωσίας αποφασίσαμε να δημιουργήσαμε το δικό μας θαλασσινό παραμύθι. Πήραμε ιδέες από άλλα διηγήματα που είχαμε διαβάσει και αφού επινοήσαμε το θέμα του παραμυθιού μας και τους χαρακτήρες αρχίσαμε να συνθέτουμε τις σκηνές…! Ορίστε οι πρώτες τρεις…

Σκηνή 1η : λιμάνι: Μασσαλία-περιγραφή κίνηση-αναμμένα φουγάρα καπνίζουν κλπ.

Περιγραφή κρουαζιερόπλοιου –παρουσίαση προσωπικού: καπετάνιος- μάγειρας-θερμαστής-πρώτος μηχανικός κλπ.

 Σκηνή 2η: Παρουσιάζονται οι επιβάτες: Μάτζικα ντε λα Αφρουέλ, Μάιλο ο ποντικο-σκουντούφλης με τον Όσκαρ το σφυροκέφαλο μέσα σε βαρέλι,ο Μπαρμπούνης σφουγγαράκης διεθνής δόκτορας διάσημος επιστήμονας που θέλει να ερευνήσει για τα θαλάσσια σφουγγάρια στη Βόρεια Θάλασσα, ο κύριος Σελαχοδασκαλάκης με τους μαθητές του που πάνε εκπαιδευτική εκδρομή στη Γροιλανδία για να γνωρίσουν τα ζώα που απειλούνται με εξαφάνιση στις πολικές περιοχές, ο Σέρλοκ Οκταπούσιους γνωστός ντετέκτιβ με το βοηθό του γιατρό Ξίφιους Ζακ.

 Σκηνή 3η: Το πλοίο μας η Ατλαντίδα σιγά-σιγά βγαίνει απ΄το λιμάνι και αποχαιρετά με τρεις σφυριγματιές το Μπλάκυ το Ρυμουλκό που καταίδρωσε μέχρι να βγάλει την Ατλαντίδα από τους ντόκους που είχε δέσει. Τώρα την απελευθέρωσε στη γαλήνια δυτική Μεσόγειο και κείνη χαρούμενη σκίζει τα αφρισμένα νερά. Το ταξίδι που θα διαρκέσει 70 ώρες μέχρι να βγουν στον Ατλαντικό. Θα είναι πολύ ενδιαφέρον…

 

………………………..

 Εδώ αρχίζει η συγγραφή του παραμυθιού μας, αφού ετοιμάσουμε τα κείμενά μας θα κάνουμε σύνθεση και θα οριστικοποιήσουμε την τελική του μορφή…Παράλληλα θα ετοιμάσουμε και την εικονογράφησή του!

Οι ιδέες της Κυριακής:

 Το ταξίδι ξεκινάει! Τα παιδιά επιβιβάζονται χαρούμενα στην Ατλαντίδα. Χαιρετάνε ευτυχισμένα τους γονείς τους, τα αγόρια πιστεύουν ότι θα δούνε θαλάσσια τέρατα και θα μπλεχτούνε σ περιπέτειες, τα κορίτσια ότι θα δούνε δελφίνια και γοργόνες κι έτσι όλα τα παιδιά είναι μες την τρελή χαρά. Η Ατλαντίδα ξεκινάει λίγο απότομα, αλλά με την βοήθεια του Μπλάκυ του ρυμουλκού μπαίνει στη θέση της και ξεκινάει ένα συναρπαστικό ταξίδι. Η Ατλαντίδα ξεκινάει με τρεις σφυριγματιές χαιρετώντας τους κατοίκους και τους γονείς. Τώρα η Ατλαντίδα πλέει γαλήνια προς τη Δυτική Μεσόγειο σχίζοντας περήφανα τα κρυστάλλινα νερά. Όλα τα παιδιά ελπίζουν ότι θα περάσουν περιπέτειες και θα δουν παράξενα πράγματα στη διάρκεια του ταξιδιού. Ιδίως τα παιδιά που δεν είχαν ξαναμπεί σε καράβι έκαναν σαν τρελά από τη χαρά τους. Όλοι οι επιβάτες έχουν πάρει μαζί τους κιάλια,σημειωματάρια,φωτογραφικές μηχανές,μεγεθυντικό φακό,χάρτη, μολύβια,μετροταινία,κασετόφωνο, θερμόμετρο και γάντια μιας χρήσης. Τα παιδιά ονειρεύονται τις περιπέτειες και τα θαυμαστά πράγματα που θα δουν, θα ζήσουν και θα ακούσουν. Αφήνοντας στα δεξιά τους την ιταλική χερσόνησο έπλευσαν πλάι-πλάι στα παράλια της Βόρειας Αφρικής μέχρι που έφτασαν στο Γιβραλτάρ, εκεί που σχεδόν άγγιξε η Ευρώπη την Αφρική. Η Ατλαντίδα σχίζοντας τα ήρεμα νερά των στενών ανοίχτηκε δειλά-δειλά στον Ατλαντικό….

 Οι ιδέες της Ελπίδας:

 Στο ταξίδι για να βρουν τον Ατλαντικό είχε μεγάλη περιπέτεια και πολλά προβλήματα. Τα προβλήματά τους ήταν τα κύματα, οι φουρτούνες, νησιά που δεν ήξεραν πως ήταν, καράβια και πλοία περίεργα, πολλούς ανθρώπους που έκαναν περίεργα πράγματα. Το καράβι προχώρησε προς τα κάτω στην Αφρική εκεί είδαν μαύρους ανθρώπους, προχώρησαν κι άλλο και πήγαν στο Γιβραλτάρ. Εκεί πέρα είδαν μεγάλες στρόγγυλες πέτρες, προχώρησαν κι άλλο και είδαν τον Ατλαντικό. Εκεί πέρα άρχισαν να χορεύουν και να τραγουδούν γιατί τελικά βρήκαν τον χαμένο Ατλαντικό.

Οι ιδέες της Βάσιας:

Ο κύριος Σελαχοδασκαλάκης αποφάσισε να πάει εκπαιδευτική εκδρομή τους ψαρομαθητές του στην όμορφη Γροιλανδία, για να γνωρίσουν τα καημένα ζώα που απειλούνται με εξαφάνιση στις πολικές περιοχές.Το πλοίο που θα τους πάει εκεί είναι πολύ μεγάλο και ονομάζεται Ατλαντίδα. Λίγες μέρες μετά ήρθε τελικά η μέρα της εκδρομής. Μπαίνοντας στο πλοίο όλα ήταν καταπληκτικά, είχε πολλά πράγματα να κάνεις όπως αθλήματα,διαγωνισμοί και φαγητό αλλά το καλύτερο από όλα ήταν το πάρτι που θα γινόταν στο τέλος της κρουαζιέρας. Πάνω στην ώρα για το πάρτι όλοι οι ψαρομαθητές ήταν εκεί και υπήρχε μάλιστα και μια μεγάλη τούρτα που όλοι αναρωτιόνταν ποιός την έφτιαξε. Αποφάσισαν να γνωρίζουν τον μάγειρα και πηγαίνοντας στην κουζίνα είδαν τον Ποντικοσκουντούφλη να φτιάχνει όχι μια αλλά πολλές τούρτες και πολλά ακόμη γλυκά. Τα παιδιά όμως ήταν περίεργα να γνωρίσουν και τους άλλους επιβάτες…Στο διάδρομο του καταστρώματος συνάντησαν τον Σέρλοκ Οκταπούσιους το γνωστό ντετέκτιβ με τον βοηθό του τον Ξίφιους Ζακ που είναι γιατρός, τον Μαίλο μέσα σε ένα βαρέλι με τον φίλο του τον Όσκαρ τον Σφυροκέφαλο και τέλος τον Μπαρμπούνη τον Σφουγγαράκη που είναι διάσημος δόκτορας και κάνει έρευνα για τα θαλάσσια σφουγγάρια της Βόρειας θάλασσας και φυσικά ήταν και η Μάτζικα ντε λα Αφρουέλ η γνωστή κακιά μάγισσα της θάλασσας. Ξαφνικά ένα μπαμ ακούστηκε … είχαμε χτυπήσει πάνω σε ένα παγόβουνο. Όλοι κοίταξαν προς το μέρος της Μάτζικας εκείνη όμως δεν παραδεχόταν ότι το έκανε αυτή και κατηγορούσε έναν άλλο αλλά όπως και να έχει αποφασίστηκε να την κλείσουν σε μια καμπίνα του πλοίου για την ώρα….

(η προσπάθειά μας συνεχίζεται…)

Δ2 – Το Παραμύθι των μαθητών-τριών του Δ2!

Η ΓΟΡΓΟΝΟΚΟΚΚΙΝΟΟΥΡΙΤΣΑ

 Μια φορά κι έναν καιρό στα βαθιά νερά του ωκεανού,ζούσε σε μια σπηλιά μαζί με την οικογένεια της μια μικρή γοργόνα που είχε κόκκινη ουρά γι’αυτό και την ονόμασαν Γοργονοκοκκινοουρίτσα.
Μια μέρα εκεί που έπαιζε με τις άλλες γοργονίτσες η μητέρα της είπε ότι η γιαγιά της είχε αρρωστήσει πολύ βαριά και ότι έπρεπε να την επισκεφτεί για να της πάει τρόφιμα.
Έτσι η μητέρα ετοίμασε τα φαγητά και γέμισε το κοχυλοκαλαθάκι με σαλιγκαρόσουπα,μύδια,στρείδια,γαρίδες και λίγα μπαρμπουνάκια.Επίσης έβαλε και φύκια για φάρμακο.
Όταν ήταν έτοιμη να ξεκινήσει η Γοργονοκοκκινοουρίτσα άκουσε τις συμβουλές της μητέρας της:

-Να προσέχεις πολύ μικρή μου τον κακό καρχαρία που περνά από το μονοπάτι με τα κοράλλια και τα φύκια.Α! και να μην αργήσεις να γυρίσεις.
-Εντάξει μητέρα,μην ανησυχείς!απάντησε η Γοργονοκοκκινοουρίτσα και αφού πήρε το κοχυλοκαλαθάκι και φίλησε τη μητέρα της,ξεκίνησε χαρούμενη για το σπίτι της γιαγιάς της.
Η γιαγιά της ζούσε μόνη της σε ένα βυθισμένο καράβι στην άλλη άκρη του βυθού.Ο παππούς της πέθανε εδώ και τρία χρόνια.Για την ακρίβεια σκοτώθηκε από τον κακό καρχαρία γι’αυτό το λόγο της είπε η μητέρα της να προσέχει.
Εκεί που κολυμπούσε ξέγνοιαστη η Γοργονοκοκκινοουρίτσα ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά της ο κακός καρχαρίας. Η μικρούλα γοργόνα φοβήθηκε πολύ, έτσι τεράστιος που ήταν αλλά προσπάθησε να μην το δείξει.

– Πού πας μικρή μου; τη ρώτησε ο καρχαρίας.
– Πηγαίνω στη γιαγιά μου που μένει στην άλλη άκρη του βυθού σε ένα βυθισμένο καράβι, απάντησε η μικρή Γοργονοκοκκινοουρίτσα.
– Τι έχεις μέσα στο κοχυλοκαλαθάκι; ρώτησε ο καρχαρίας που άρχισαν να του τρέχουν τα σάλια από την πείνα.
– Έχω διάφορα φαγητά και τα πηγαίνω στη γιαγιά μου επειδή είναι άρρωστη.
– Α! Μάλιστα , είπε ο καρχαρίας και άρχισε να σκέφτεται πώς θα μπορούσε να φάει και τις δύο ώστε να χορτάσει την πείνα του.
Έτσι για να καθυστερήσει την μικρή ώστε να προλάβει να φτάσει πρώτος στο σπίτι της γιαγιάς για να τη φάει της είπε:
– Δε νομίζεις ότι θα χαιρόταν πολύ η γιαγιά σου αν της πήγαινες και μια ανθοδέσμη από φύκια και λίγα κοχύλια;
– Πολύ καλή ιδέα, είπε η μικρή κι ενθουσιασμένη καθώς ήταν ξέχασε τις συμβουλές της μητέρας της .
-Θα πάω από εκείνο το βυθομονοπάτι που έχει πολλά κοχύλια και φύκια, είπε στον καρχαρία και αφού τον ευχαρίστησε για την ιδέα του τον χαιρέτησε κι έφυγε.

Τότε ο καρχαρίας άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς το βυθισμένο καράβι που έμενε η γιαγιά.Πεινούσε πάρα πολύ και βιαζόταν να φάει τη γιαγιά της Γοργονοκοκκινοουρίτσας.
Όταν έφτασε έξω από το σπίτι ο καρχαρίας,χτύπησε την πόρτα και ξεγέλασε τη γιαγιά κάνοντας τη φωνή της μικρής της εγγονής.Η γιαγιά όπως ήταν φυσικό ξεγελάστηκε,άνοιξε την πόρτα και πριν προλάβει να αντιδράσει χραπ! άνοιξε ο καρχαρίας το τεράστιο στόμα με τα κοφτερά του δόντια και κατάπιε τη γιαγιά.Στη συνέχεια φόρεσε τα ρούχα και τα γυαλιά της γιαγιάς και ξάπλωσε στο κοχυλοκρέβατο περιμένοντας τη μικρή γοργόνα.
Μετά από αρκετή ώρα έφτασε στο σπίτι της γιαγιάς και η Γοργονοκοκκινοουρίτσα που κρατούσε στα χέρια της εκτός από το κοχυλοκαλαθάκι και μια όμορφη ανθοδέσμη και πολύχρωμα κοχύλια..Τακ τακ χτύπησε την πόρτα.

-Ανοιχτά είναι! είπε ο καρχαρίας.
-Εντάξει γιαγιά! φώναξε η μικρή και μπήκε στο βυθισμένο καράβι και πλησίασε τη γιαγιά.Παραξενεύτηκε λίγο βλέποντας τη γιαγιά της και άρχισε να τη ρωτάει:
-Γιαγιά,γιατί έχεις τόσο μεγάλη ουρά;
-Για να κολυμπάω πιο γρήγορα μικρή μου.
-Γιαγιά,γιατί έχεις τόσο μεγάλα πτερύγια;
-Για να μπορώ να σε αγκαλιάζω καλύτερα.
-Γιαγιά,γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια;
-Για να μπορώ να σε βλέπω καλύτερα εγγονούλα μου.
-Γιαγιά,γιατί έχεις τόσο μεγάλη μύτη;
-Για να αναπνέω καλύτερα μωρό μου.
-Και γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα με κοφτερά δόντια;
-Για να σε φάω καλύτερα,μούγκρισε ο καρχαρίας και χραπ! άνοιξε το στόμα του κι έφαγε τη Γοργονοκοκκινοουρίτσα.

Μετά από τόσο φαΐ η κοιλιά του καρχαρία έγινε τεράστια και δεν μπορούσε να κουνηθεί.Αποφάσισε λοιπόν να ξαπλώσει λίγο για να χωνέψει.Όμως δεν άργησε να τον πάρει ο ύπνος …
Ευτυχώς ύστερα από λίγη ώρα εμφανίστηκε ο πιο διάσημος και ο πιο ικανός καρχαριοκυνηγός.Η δουλειά του ήταν να περιπολεί το βυθό και να προστατεύει τα ζώα της θάλασσας από τον απαίσιο καρχαρία που είχε γίνει ο φόβος κι ο τρόμος.
Περνώντας λοιπόν έξω από το βυθισμένο καράβι,παραξενεύτηκε που είδε ανοιχτή την πόρτα και μπήκε μέσα.Όταν είδε τη φουσκωμένη κοιλιά του καρχαρία κατάλαβε ότι έφαγε την καημένη γιαγιούλα.

-Ελπίζω να μην έφτασα πολύ αργά και να είναι ακόμη ζωντανή η γιαγιά μέσα στην κοιλιά του καρχαρία,μουρμούρισε ο καρχαριοκυνηγός και πλησιάζοντας τον καρχαρία τον σκότωσε.Έπειτα με ένα κοφτερό μαχαίρι άρχισε να σχίζει προσεχτικά την κοιλιά του καρχαρία κι έκπληκτος είδε ότι δεν είχε φάει μόνο τη γιαγιά αλλά και την εγγονούλα της,τη Γοργονοκοκκινοουρίτσα.Σε λίγα λεπτά γιαγιά κι εγγονή βγήκαν από την κοιλιά του καρχαρία και ήταν πολύ χαρούμενες,γιατί δε φαντάζονταν ότι θα έβγαιναν ζωντανές από μια τέτοια περιπέτεια.
Λίγο μετά, ήταν και οι τρεις καθισμένοι γύρω από το κοραλλοτράπεζο κι έτρωγαν από τα φαγητά που είχε φέρει η Γοργονοκοκκινοουρίτσα. Η γιαγιά ευχαριστούσε το Θεό που ο καρχαρίας τις είχε καταπιεί ζωντανές και δεν τις είχε μασήσει με τα κοφτερά του δόντια.Ευχαριστούσε ακόμα και τον καλό και γενναίο καρχαριοκυνηγό που τις είχε σώσει.
Αργότερα όταν η Γοργονοκοκκινοουρίτσα επέστρεψε στο σπίτι της,διηγήθηκε στη μητέρα της την περιπέτεια που έζησε και της υποσχέθηκε ότι θα θυμάται πάντα τις σοφές συμβουλές της.Και πραγματικά από τότε η Γοργονοκοκκινοουρίτσα ήταν πιο προσεκτική κι έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Οι μαθήτριες του Δ’2

*************************

Ο ΨΕΥΤΗΣ ΤΡΙΓΩΝΟΨΑΡΟΥΛΗΣ

 
Μια φορά κι έναν καιρό  στο βυθό της θάλασσας κοντά σε ένα ναυάγιο,υπήρχε ένα ψαροχώρι στο οποίο ζούσαν 50 ψαροοικογένειες.Σε αυτό το χωριό υπήρχε κι ένα σχολείο στο οποίο δασκάλα ήταν η κυρία Μπαρμπούνα.Μόλις τα μικρά ψαράκια έβγαιναν από το αυγό τους,ήξεραν ότι έπρεπε να πάνε στο σχολείο.

 

Η δασκάλα μάθαινε στα ψαράκια να εξερευνούν το βυθό,να μαθαίνουν τα μυστικά του και κυρίως να αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο και να φυλάγονται από τα δίχτυα και τα αγκίστρια του ψαρά και από τα  μεγάλα και επικίνδυνα ψάρια.

 

Όλα τα ψαράκια ήταν αγαπημένα μεταξύ τους κι έπαιζαν στα διαλείμματα χαρούμενα διάφορα παιχνίδια.Μόνο ένα ψαράκι ήταν απομονωμένο και δεν είχε φίλους.Ήταν ένα παράξενο ψαράκι που δεν έμοιαζε με κανένα από τα γνωστά είδη ψαριών.Ήταν ένα ψαράκι αλλιώτικο!Είχε μια τεράστια σουβλερή μύτη σαν του ξιφία,ήταν κοντό και πλατύ σαν φεγγαρόψαρο και είχε μια τριγωνική ουρά.Έτσι τα υπόλοιπα ψαράκια του έβγαλαν το παρατσούκλι Τριγωνοψαρούλη.Συνέχεια το κορόιδευαν και μιλούσαν με άσχημα λόγια γι’αυτόν.

 

Ο Τριγωνοψαρούλης ήταν πολύ λυπημένος που δεν τον έπαιζαν τα υπόλοιπα ψαράκια,Στα διαλείμματα καθόταν μόνος του στη γωνιά ενός βράχου και συλλογιζόταν ότι δεν έπρεπε να του συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο,επειδή ήταν απλώς διαφορετικός!Ώσπου ξαφνικά εκεί που έτρωγε το πλαγκτόν του άρχισε να καταστρώνει ένα σχέδιο για να τους εκδικηθεί.

 

Στο επόμενο διάλειμμα ο Τριγωνοψαρούλης έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο του.Ανέβηκε σε ένα βράχο και άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Δύτες!Δύτες!Προσοχή!».Φώναζε τόσο δυνατά που τον άκουσε όλο το ψαροχώρι.Οι γονείς τρομαγμένοι κολύμπησαν γρήγορα στο σχολείο, για να πάρουν τα ψαράκια τους.Όταν έφτασαν,βλέποντας τον Τριγωνοψαρούλη να ξεκαρδίζεται στα γέλια,κατάλαβαν ότι είπε ψέματα και τον μάλωσαν γι’αυτό.

 

Την επόμενη μέρα ο Τριγωνοψαρούλης συνέχισε το σχέδιο της εκδίκησής του.Στο διάλειμμα άρχισε να φωνάζει: «Καρχαρίας!Καρχαρίας!Τρέξτε να σωθείτε!»Η δασκάλα τρομαγμένη μάζεψε αμέσως όλα τα ψαράκια μέσα στο σχολείο κλείνοντας πόρτες και παράθυρα και περιμένοντας τους γονείς να έρθουν να πάρουν τα ψαράκια τους.Ήταν τόσο πειστικός  ο Τριγωνοψαρούλης που για μια ακόμη φορά τον πίστεψαν.Μετά από αυτό όμως άρχισαν να τον κοροϊδεύουν ακόμη περισσότερο και να τον φωνάζουν ψεύτη.Ο Τριγωνοψαρούλης όμως ήταν ικανοποιημένος που κατάφερε να τους κοροϊδέψει δυο φορές…

 

Οι γονείς ήταν εξαγριωμένοι μαζί του,άρχισαν να διαμαρτύρονται στην κυρία Μπαρμπούνα και απαιτούσαν από αυτήν να τον τιμωρήσει για τις ψευτιές του.

 

Μια μέρα όμως και πριν προλάβει η δασκάλα να τον τιμωρήσει,σε ένα διάλειμμα εκεί που όλα τα ψαράκια έπαιζαν, ο Τριγωνοψαρούλης είδε να πέφτουν στο βυθό τα δίχτυα ενός ψαρά και άρχισε να φωνάζει με όλη του τη δύναμη: «ΠΡΟΣΟΧH ΔΙΧΤΥΑΑΑΑ».Δυστυχώς όμως κανένα ψαράκι δεν τον πίστεψε και συνεχίζαν να παίζουν αμέριμνα και να κολυμπούν μέχρι που πιάστηκαν όλα στα δίχτυα του ψαρά.

 

Βλέποντας ο Τριγωνοψαρούλης τους ψαροσυμμαθητές του φυλακισμένους και ξέροντας ότι θα κατέληγαν στο τηγάνι,στην ψησταριά,στην κατσαρόλα των ανθρώπων ή στο να γίνουν κονσέρβες στα ράφια των σούπερ μάρκετ,χωρίς δεύτερη σκέψη όρμησε προς τα δίχτυα,έβαλε όλη του τη δύναμη και με τη σουβλερή του μύτη κατάφερε να τα σκίσει και να ελευθερώσει τους ψαροσυμμαθητές του.

 

Μετά από αυτή τη γενναία του πράξη όλα τα ψαράκια κατάλαβαν το λάθος τους,ζήτησαν συγγνώμη,του υποσχέθηκαν ότι δεν θα τον κοροϊδέψουν ξανά και ότι θα τον είχαν φίλο τους.Και ο Τριγωνοψαρούλης όμως τους ζήτησε συγγνώμη για την απαράδεκτη συμπεριφορά του.

 

Έτσι από τότε ήταν όλοι μονοιασμένοι και αγαπημένοι και έζησαν αυτοί καλά στο βυθό της θάλασσας κι εμείς καλύτερα στη στεριά!!!

 

 

 

Οι μαθητές του Δ2.


Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s